Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Περίμενα σε εναν δρόμο,σε μια διασταύρωση.Τους φίλους μου να έρθουν.Με πήρανε τηλέφωνο να μου πουν ότι θα αργήσουν.Βαριόμουνα να περιμένω και άρχισα να περπατάω.Λίγο πιο κάτω σε συνάντησα τυχαία και μου είπες να πάμε για καφέ.Όσο και αν παραξενεύτηκα που σε είδα μετά από τόσο καιρό,όσο κι αν παραξενεύτηκα που μιλήσαμε σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα,κοίταξα το ρολόι μου,είδα ότι έχω χρόνο και συμφώνησα να πάμε για καφέ.Πήγαμε και κάτσαμε σε μια πλατεία σε ένα μεγάλο τραπέζι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο."Μεγάλο δεν είναι αυτό το τραπέζι για τους δυό μας?",σε ρώτησα."Δεν είναι μεγάλο,θα έρθουν και άλλοι",μου είπες.Και ήρθαν.Και κάτσαμε όλοι μαζί,και μιλάγαμε,και γελάγαμε τόσο δυνατά,που αν υπάρχε θεός μας άκουγε και γέλαγε κι αυτός μαζί μας.Για άλλους λόγους.Τα γέλια μας χαλούσαν γειτονιές,κι εκείνος με τα γέλια του χαλούσε τα σχέδια μας.Εκείνα τα σχέδια που χρόνια πριν μας έκαναν να μην μιλάμε,να μην πίνουμε καφέδες παρέα,να μην γελάμε.Ή ίσως γελούσε γιατί εκείνος ήξερε...
Είμασταν όλοι μαζί.Εγώ σας ήξερα όλους.Εσείς δεν γνωριζόσασταν μεταξύ σας,Αλλά ήταν ωραία.Σαν να έπρεπε να σας συνατήσω και σαν να έπρεπε να συναντηθείτε κι εσεις μεταξύ σας.Κι η ώρα πέρασε,ο ήλιος έσβησε και εμείς σαν να περιμέναμε ότι η δύση του ήλιου σήμαινε την λήξη της συνάντησης αυτής,αρχίσαμε να φεύγουμε ένας ένας,χωρίς "αντίο",χωρίς"θα μιλήσουμε",χωρίς "τα λέμε".Μόνο με ένα χαμόγελο στα μάτια.Και μείναμε εγώ κι εσύ."Πάμε σπίτι μου",μου είπες,κι εγώ σε ακολούθησα χωρίς καμιά δεύτερη σκέψη σαν να ήταν το δεύτερο πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου.Το πρώτο πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου,έμοιαζε να ήταν εκείνος ο καφές με εσένα και με όλους εκείνους που δεν μιλάμε πια,ούτε γελάμε.
 Και πήγαμε σπίτι σου.Έξω,ο κόσμος πηγαινοερχότανε βιαστικά,σαν να είχε να παέι σε γιορτή.Κόσμος πολύς,γελούσε,μιλούσε,τραγουδαγε.απο τον δρόμο ακουγόταν μουσική.μεσα ειχε ησυχία.πηγες στο δωμάτιο σου να αλλαξεις και εγω έμεινα στο σαλόνι.ο κόσμος έξω συνέχιζε να διασκεδάζει και εχω άρχισα να κλαίω.με εκείνο το κλάμα που σε πνίγει,με εκείνο το κλάμα που σε λυτρωνει.ανοιξες την πόρτα και μπήκες στο σαλόνι με βήματα,αργά,σταθερά,απορημενα.με κοιταζες που εκλαιγα.δεν μιλησες.ποτε δεν μιλαγες,γιατι να το κανεις τωρα."απο όλους αυτούς που ήρθαν και έφυγαν γιατι εμεινες  εσυ;", σε ρώτησα.δεν απαντησες.παλι.σηκωθηκα να φύγω. "Μείνε",μου είπες. "Φεύγω",σου είπα,"έξω έχουνε γιορτή".
Ξυπνησα.ειχα αργησει
Στο δημοτικό είχα ημερολόγιο.
Σε ενα πάρτυ που έκανα διάβασαν το ημερολόγιο μου η ξαδερφη μου και ο γιος της νονας μου και έμαθαν οτι αγαπάω τον Ηλία.πηγαν και του το είπαν.
Αν διαβάσετε το μπλογκ μου πείτε στον Ηλία οτι δεν τον αγαπάω πια.
Περιμένω.να περάσει η ωρα.για να πάω στην ψυχολόγο.αναγκαστικα ξεκινησα,μην νομίζετε.πρεπει να συμπληρώσω σαράντα ώρες θεραπείας για να πάρω το πτυχίο μου.τωρα πρεπει να ειμαι στις 1040 ώρες θεραπείας.θελω και πήγαινω,να νομίζετε.ωραια ειναι.πλακα εχει.καλα δεν εχει παντα πλάκα,αλλα ειναι ωραία.παω εκει και βγαίνω άλλος άνθρωπος.τουμπανο απο το κλάμα ανθρωπος.νομιζω οτι με χρεώνει τα χαρτομαντηλα,οχι την δουλειά που κάνουμε.καμια φορά σκέφτομαι οτι ενω ντρέπομαι να βάλω σορτσακι,δεν ντρέπομαι να κάτσω μπροστά απο μια άγνωστη και να μιλάω,να μιλάω,να μιλάω.τωρα τελευταία την ακούω κιόλας οταν μιλάει και εκεινη.παλια δεν την άκουγα.να μιλήσω ήθελα.και μιλάω.και ακούει εκεινη όσα έχουν ακούσει ολοι οι αλλοι,και ακούει εκεινη όσα δεν έχουν ακούσει ολοι οι αλλοι.και ψάχνουμε να βρούμε γιατι εχω γίνει τα σκατα που εχω γίνει,και τι σκατα θα κανω τα σκατα που ειμαι.βασικα εγω λέω οτι ειμαι τα σκατα που εχω γίνει.εκεινη μου λέει μακάρι να μπορούσα να δώ αυτο που βλέπει εκεινη.δεν ξέρω τι βλέπει εκεινη.εγω δεν με βλεπω.με ακούω,με κουβαλάω,με αντέχω.οχι παντα.καλα βασικά τις περισσότερες φορές δεν με αντέχω.σημερα δεν ξέρω τι να της πω.τι να της πω απο ολα.τι να της πρωτοπω.σημερα εχει πανσέληνο.στον υδροχοο λέει.εγω ειμαι υδροχοος.αρα εχω πανσέληνο.αρα δηλαδή θα πρεπει να γίνω όλοστρογγυλή,να βγάλω τρίχες και να πάθω παλιρροια.ολοστρογγυλη δεν με λες,ουτε και τριχωτη.παλιρροια εχω πάθει όμως.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Δύο εποχές

  Ο χρόνος χωρίζεται σε εποχές.Σε δύο εποχές,όχι σε τέσσερις.Αλλά επικράτησε να λέμε πως χωρίζεται σε τέσσερις εποχές,γιατί κανείς δεν θα διάλεγε να φάει πίτσα "δύο εποχές",ούτε θα θυμότανε κανείς τον Βιβάλντι σήμερα αν είχε συνθέσει τις "δύο εποχές".Ο άνθρωπος θέλει να έχει επιλογές,ποσότητα,και το ¨δύο",όσο κι αν θεωρείται πληθυντικός,δεν αρέσει σε κανέναν και δεν κάνει κανέναν να αισθάνεται ούτε παντοδύναμος,ούτε προσφέρεται να καλύψει το αίσθημα του κενού,αντίθετα τον περιορίζει ότι έχει μόνο δύο επιλογές.Άλλωστε,το νούμερο "δύο",συνήθως αφορά σε δύο πράγματα αντίθετα.Π.χ το άσπρο και το μαύρο,το μακρύ και το κοντό,ο άντρας και η γυναίκα,το αλάτι και το πιπέρι,το καλό και το κακό.Αντίθετες έννοιες,όσο και συμπληρωματικές,έννοιες που αν δεν υπήρχε η μία δεν θα υπήρχε και η άλλη.Δύο
  Δύο εποχές.Η εποχή που είσαι Μίδας και ό,τι αγγίζεις γίνεται χρυσάφι και η εποχή που ό,τι αγγίζεις γίνεται σκατά.Η εποχή που είσαι το κέντρο του κόσμου,το επίκεντρο του σεισμού,που παίρνεις αποφάσεις,που έχεις επιλογές,που διαλέγεις εσύ προς τα που θα είναι στραμένες οι περσίδες του ερκοντίσιον,που κρατάς εσύ το τηλεκοντρόλ.Που είσαι εσυ που θα πεις "έλα"ή "φύγε","θέλω"ή "δεν θέλω","ναι"ή "όχι","μπορώ"ή "δεν μπορώ".Μεγαλεία.Και όλοι γύρω σου,ή έστω αυτοί που θες ,σε υπολογίζουν αν όχι πριν τον εαυτό τους,τουλάχιστον όσο τον εαυτό τους.Και εσύ νομίζεις πως αυτό θα κρατήσει για πάντα.
 Νομιζεις.Γιατί ξυπνάς ένα πρωί,ή μεσημέρι αν ξενύχτησες,και βλέπεις πως δεν μπορείς πια να ελέγχεις τα πάντα.Ίσως και να μην μπορούσες ποτέ,αλλά εσύ έτσι νόμιζες.Από κέντρο γίνεσαι απόκεντρο,από επίκεντρο του σεισμού γίνεσαι ρήγμα,και νιώθεις μια κάποια τύχη αν σου έχει μείνει έστω το ερκοντίσιον.Το τηλεκοντρόλ όσο και να το ψάχνεις δεν το βρίσκεις,ίσως κάποιος το πήρε μαζί του.Φεύγοντας.Ή του το άφησες εσυ.Φεύγοντας.Όποιος θέλει έρχεται,όποιος θέλει φεύγει,κι εσύ εκεί λίγο παρατηρητής,λίγο εισπράκτορας που κόβει εισητήρια στους αλλους που μπαινοβγαίνουν είτε το θέλεις είτε όχι,γιατί δεν ρώτησαν αν θέλεις για να έχεις την επιλογή να απαντήσεις "ναι"ή "όχι".Και δεν σε ρωτάνε πια αν μπορείς ή δεν μπορείς.Και όλοι γύρω σου,έστω αυτοί που θες,βαρέθηκαν ή κουράστηκαν να σε υπολογίζουν.Και εσυ νομίζεις πως αυτό θα κρατήσει για πάντα.
 Και κάπου εκεί θυμάσαι όλα εκείνα τα "για πάντα"που άκουσες και σου είπαν.Και βλέπεις ότι κανένα ¨για πάντα"δεν κράτησε.Ούτε καλό,ούτε κακό.Και σχέσεις άλλαξες,και φίλους,και δουλειές,και νούμερο στα ρούχα,και σπίτια,και κούρεμα,και μάρκα στα τσιγάρα.Άλλαξες.Όπως αλλάζουν οι περσίδες στο ερκοντίσιον και τα κανάλια στο τηλεκοντρόλ.Όπως αλλάζουν οι επιλογές.Σου.Κι όπως αλλάζουν οι εποχές που διαδέχονται η μία την άλλη.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ον δε ντισκαβερι τσανελ

Και ξυπνάς ένα πρωί και δεν έχεις δουλειά,Δουλειά κανονική με την έννοια του "πληρώνομαι για να προσφέρω".Μένεις ξαφνικά με την άλλη σημασία της σουλειάς,αυτή του "κάτι έχω να κάνω".Να πληρώσεις λογαριασμούς με λεφτά που είχες στην άκρη,να μαγειρέψεις κάτι,αν ξέρεις βέβαια να μαγειρεύεις,να κατεβάσεις κανένα τόρεντ άλλο βέβαια που δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,να ασχοληθείς με την διακόσμηση του σπιτιού και να κοιτάς ένα βαζάκι για μισή ώρα γιατί δεν σου ταιριάζει εκεί που το έβαλες,να το ξαναλλάζεις θέση,να το ξανακοιτάς μισή ώρα και στο τέλος να το σπας και να το πετάς,να ψάχνεις δουλεία,να στέλνεις βιογραφικά και να προσπαθείς να χωρέσεις σε δυο σελίδες ποιος είσαι,πόσα χρόνια έφαγες στα θρανία και στις δουλείες,τι έκανες σε αυτές τις δουλειές,τι ενδιαφέροντα έχεις,και να σκέφτεσαι πώς μπορείς να χωρέσεις σε αυτό το δισέλιδο ότι δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,αλλά έχεις θέληση.Γενικά οτι έχεις θέληση.Να διαβάζεις κανένα βιβλίο,ξέρεις από αυτά που έχουν μέσα άμμο από το καλοκαίρι,να τηλεφωνείς σε φίλους που δεν μπορούν να σου μιλήσουν γιατί αυτοί έχουν δουλειά,να βλέπεις Μενεγάκη και "Κωσταντίνου και Ελένης",να βαριέσαι να βλέπεις Μενεγάκη και Κωνσταντίνου και Ελένης,να βλέπεις ντισκάβερι τσάνελ και ντοκιμαντέρ και να θες να τα παρατήσεις όλα και να πας να γίνεις ένας σύγχρονος κροκοδειλάκιας.
 Έχει πάει μεσημέρι και δεν θες να γίνεις κροκοδειλάκιας,κι αρχίζεις να σκέφτεσαι πώς μπορείς να σώσεις τον κόσμο.Να γίνεις "Μητέρα Τερέζα",να γίνεις κυανόκρανος,να ανακαλύψεις ένα νέο φάρμακο,να πας στους "γιατρούς χωρίς σύνορα",να γίνεις ιδρυτής  μιας νέας θρησκέιας και να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο για να την διαδώσεις,να βρείς μια νέα παγκόσμια πατέντα ανώτερη του "μπαμίξ" και του "ίζι τσόπερ",να φέρεις ειρήνη σε όλο τον κόσμο και να πάρεις νόμπελ.Κάπου εκεί συνειδητοποιείς πως αν δεν σώσεις τον εαυτό σου δεν μπορείς να σώσεις τον κόσμο,και αρχίζεις μια εσωτερική αναζήτηση."ποιος είμαι?πού πάω?πώς έγινα αυτό που είμαι?τι να ψηφίσω?πού έχω την αφροδίτη μου,έχω βενζίνη?τι να κάνει εκείνος ο γκόμενος που είχα γνωρίσει στην Μύκονο το 1999?"και άλλα τέτοια.Σε κάποια ερωτήματα έχεις απαντήσεις σε κάποια άλλα όχι.Και κάπου εκεί,μέσα σε αυτή την εσωτερική αναζήτηση,σκάει το μεγάλο ερώτημα,αυτό το "Γιατί?"."Γιατί σε εμένα?Γιατί να μείνω εγώ χωρίς δουλειά?",Αυτό το αιώνιο "γιατί"που κολλαέι πάντα και παντού,πολύ πιο δύσκολο να απαντηθεί από το "πόσα απίδια βάνει ο σάκος".Φίλοι και γνωστοί,ίσως και κάποια φωνούλα μέσα σου,σου λένε πως"τα πράγματα είναι δύσκολα για όλους,πώς άλλοι είναι σε πολύ χειρότερη θέση από εσένα,πώς κανείς δεν χάνεται"και άλλα τέτοια.Και όσο και να τα πιστευέις κάπως όλα αυτά,δεν μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς καλύτερα.Θυμάσαι τότε που το μόνο ποσοστό στο οποίο ανήκες ήταν εκείνο του "νεανικού κοινού,και όχι της ανεργίας,θυμάσαι τις στιγμές εκείνες που όσο και αν σιχτίριζες που ξύπναγες από το άγριο χάραμα για να είσαι στην ώρα σου στην δουλειά,που όσο και αν σου έσπαγε τα νεύρα ο διευθυντής και ο συνάδελφος,εκεί που ήσουνα πέρασες καλά,άφησες κομματιά του εαυτού και πήρες κομμάτια των εαυτών των άλλων.Ένιωθες χρήσιμος πρώτα από ολα στον εαυτό σου και μετά στους άλλους.Είχες κάτι να κάνεις και να σε κάνουν.Παλιά.Και κάπου εκεί στεναχωριέσαι λίγο παραπάνω από οτι πριν,και σε πιάνει ένα παράπονο κι ένα "γαμώτο".Αλλά μετά από το παράπονο,μετά κι από το γαμώτο,σε πιάνει αυτό το πείσμα κι αυτή η αισοδοξία που δεν καταλαβαίνεις πώς και από πού και κυρίως γιατί ήρθε και τα βλέπεις λίγο αλλιώς,λίγο πιο εφικτά και εύκολα.
 Προσπαθείς να κολλήσεις τα κομμάτια του βαζακίου,που θα μπορούσες να είσαι εσύ,και να το βάλεις στην θέση του,και πιστεύεις πως θα μπεις και εσύ στην θέση σου,κάποια στιγμή.Και χτυπάει το τηλέφωνο για έναν καφέ,ένα σινεμά,για ένα ποτό που γίνονται πολλά ποτά μέχρι το πρωί.Και σου κατεβάζουν οι φίλοι όσα τόρεντ θες,και ψάχνετε μαζί για δουλειά.Και κάποια στιγμή,σήμερα,αύριο,μεθαύριο, βρίσκεις δουλειά.Και σταματάς να σκέφτεσαι εκείνο τον γκόμενο του 1999,και περιμένεις εκείνον του 2012.2012????ΤΖΊΣΑΣ!Τώρα που φτιάξαν όλα έχεις να ανησυχείς και για το αν θα βγουν αληθινοί οι Μάγιας....



ον δε ντισκάβερι τσανελ

Και ξυπνάς ένα πρωί και δεν έχεις δουλειά.Δουλειά κανονική με την έννοια του "πληρώνομαι για να προσφέρω".Μένεις ξαφνικά με την άλλη σημασία της σουλειάς,αυτή του "κάτι έχω να κάνω".Να πληρώσεις λογαριασμούς με λεφτά που είχες στην άκρη,να μαγειρέψεις κάτι,αν ξέρεις βέβαια να μαγειρεύεις,να κατεβάσεις κανένα τόρεντ άλλο βέβαια που δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,να ασχοληθείς με την διακόσμηση του σπιτιού και να κοιτάς ένα βαζάκι για μισή ώρα γιατί δεν σου ταιριάζει εκεί που το έβαλες,να το ξαναλλάζεις θέση,να το ξανακοιτάς μισή ώρα και στο τέλος να το σπας και να το πετάς,να ψάχνεις δουλεία,να στέλνεις βιογραφικά και να προσπαθείς να χωρέσεις σε δυο σελίδες ποιος είσαι,πόσα χρόνια έφαγες στα θρανία και στις δουλείες,τι έκανες σε αυτές τις δουλειές,τι ενδιαφέροντα έχεις,και να σκέφτεσαι πώς μπορείς να χωρέσεις σε αυτό το δισέλιδο ότι δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,αλλά έχεις θέληση.Γενικά οτι έχεις θέληση.Να διαβάζεις κανένα βιβλίο,ξέρεις από αυτά που έχουν μέσα άμμο από το καλοκαίρι,να τηλεφωνείς σε φίλους που δεν μπορούν να σου μιλήσουν γιατί αυτοί έχουν δουλειά,να βλέπεις Μενεγάκη και "Κωσταντίνου και Ελένης",να βαριέσαι να βλέπεις Μενεγάκη και Κωνσταντίνου και Ελένης,να βλέπεις ντισκάβερι τσάνελ και ντοκιμαντέρ και να θες να τα παρατήσεις όλα και να πας να γίνεις ένας σύγχρονος κροκοδειλάκιας.
 Έχει πάει μεσημέρι και δεν θες να γίνεις κροκοδειλάκιας,κι αρχίζεις να σκέφτεσαι πώς μπορείς να σώσεις τον κόσμο.Να γίνεις "Μητέρα Τερέζα",να γίνεις κυανόκρανος,να ανακαλύψεις ένα νέο φάρμακο,να πας στους "γιατρούς χωρίς σύνορα",να γίνεις ιδρυτής  μιας νέας θρησκέιας και να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο για να την διαδώσεις,να βρείς μια νέα παγκόσμια πατέντα ανώτερη του "μπαμίξ" και του "ίζι τσόπερ",να φέρεις ειρήνη σε όλο τον κόσμο και να πάρεις νόμπελ.Κάπου εκεί συνειδητοποιείς πως αν δεν σώσεις τον εαυτό σου δεν μπορείς να σώσεις τον κόσμο,και αρχίζεις μια εσωτερική αναζήτηση."ποιος είμαι?πού πάω?πώς έγινα αυτό που είμαι?τι να ψηφίσω?πού έχω την αφροδίτη μου,έχω βενζίνη?τι να κάνει εκείνος ο γκόμενος που είχα γνωρίσει στην Μύκονο το 1999?"και άλλα τέτοια.Σε κάποια ερωτήματα έχεις απαντήσεις σε κάποια άλλα όχι.Και κάπου εκεί,μέσα σε αυτή την εσωτερική αναζήτηση,σκάει το μεγάλο ερώτημα,αυτό το "Γιατί?"."Γιατί σε εμένα?Γιατί να μείνω εγώ χωρίς δουλειά?",Αυτό το αιώνιο "γιατί"που κολλαέι πάντα και παντού,πολύ πιο δύσκολο να απαντηθεί από το "πόσα απίδια βάνει ο σάκος".Φίλοι και γνωστοί,ίσως και κάποια φωνούλα μέσα σου,σου λένε πως"τα πράγματα είναι δύσκολα για όλους,πώς άλλοι είναι σε πολύ χειρότερη θέση από εσένα,πώς κανείς δεν χάνεται"και άλλα τέτοια.Και όσο και να τα πιστευέις κάπως όλα αυτά,δεν μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς καλύτερα.Θυμάσαι τότε που το μόνο ποσοστό στο οποίο ανήκες ήταν εκείνο του "νεανικού κοινού,και όχι της ανεργίας,θυμάσαι τις στιγμές εκείνες που όσο και αν σιχτίριζες που ξύπναγες από το άγριο χάραμα για να είσαι στην ώρα σου στην δουλειά,που όσο και αν σου έσπαγε τα νεύρα ο διευθυντής και ο συνάδελφος,εκεί που ήσουνα πέρασες καλά,άφησες κομματιά του εαυτού και πήρες κομμάτια των εαυτών των άλλων.Ένιωθες χρήσιμος πρώτα από ολα στον εαυτό σου και μετά στους άλλους.Είχες κάτι να κάνεις και να σε κάνουν.Παλιά.Και κάπου εκεί στεναχωριέσαι λίγο παραπάνω από οτι πριν,και σε πιάνει ένα παράπονο κι ένα "γαμώτο".Αλλά μετά από το παράπονο,μετά κι από το γαμώτο,σε πιάνει αυτό το πείσμα κι αυτή η αισοδοξία που δεν καταλαβαίνεις πώς και από πού και κυρίως γιατί ήρθε και τα βλέπεις λίγο αλλιώς,λίγο πιο εφικτά και εύκολα.
 Προσπαθείς να κολλήσεις τα κομμάτια του βαζακίου,που θα μπορούσες να είσαι εσύ,και να το βάλεις στην θέση του,και πιστεύεις πως θα μπεις και εσύ στην θέση σου,κάποια στιγμή.Και χτυπάει το τηλέφωνο για έναν καφέ,ένα σινεμά,για ένα ποτό που γίνονται πολλά ποτά μέχρι το πρωί.Και σου κατεβάζουν οι φίλοι όσα τόρεντ θες,και ψάχνετε μαζί για δουλειά.Και κάποια στιγμή,σήμερα,αύριο,μεθαύριο, βρίσκεις δουλειά.Και σταματάς να σκέφτεσαι εκείνο τον γκόμενο του 1999,και περιμένεις εκείνον του 2012.2012????ΤΖΊΣΑΣ!Τώρα που φτιάξαν όλα έχεις να ανησυχείς και για το αν θα βγουν αληθινοί οι Μάγιας....

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

ανθρώπων απο-λογισμοί

Αντίστροφη μέτρηση...Λίγες ώρες για να φύγει αυτή η χρονιά και να έρθει η επόμενη...Ώρες...Χρόνος,μια σύμβαση των ανθρώπων για να συνεννοούνται.Λες και μετά την "θέσπιση" της ώρας,οι άνθρωποι δεν αργούν,δεν φτάνουν νωρίτερα,δεν περιμένουν,δεν βιάζονται,δεν αγχόνονται,Μετράνε,και αυτό τα λέει όλα.Όταν μετράς χάνεις την ουσία,την ουσία δεν μπορείς να την μετρήσεις.Αλλά έτσι ήταν πάντα ο άνθρωπος,έδινε σημασία σε ότι χώραγε στο χέρι του και μπορούσε να μετρηθεί.Και προσπάθησε να τα μετρήσει όλα,τις στιγμές,τις αγάπες,τις φιλίες,τις απώλειες,τους αποχωρισμούς,τα λάθη,τα σωστά,τις μέρες,τις νύχτες.Και αποφάσισε να δώσει σε αυτά σημασία,με το να βάλει μπροστά το "πιο" και να τα αριθμήσει.Να συνεχίσει την ζωή του και να θυμάται ποια ήταν η πιο ωραία μέρα της ζωής του,ποιά ήταν η πρώτη του αγάπη,πότε ήταν η πιο σημαντική απώλεια της ζωής του,το μεγαλύτερο του λάθος,το πιο ανολοκλήρωτο πάθος,ο καλύτερος του φίλος,η μεγαλύτερη του επιτυχία,η πιο ευτυχισμένη στιγμή,η πιο δύσκολη στιγμή,τι έχει μετανιώσει περισσότερο και τι θα ξαναέκανε ξανά και ξανά και ξανά.Αυτό κάνει ο άνθρωπος,μετράει και βάζει ταμπέλες,και αναφέρει τις "πιο"ταμπέλες,λες και οι άλλες οι μικρές και ασήμαντες δεν έχουν αξία....
Αυτό κάνει και τώρα,λίγες ώρες πριν να φύγει το 2011.Μετράει και κάνει "απολογισμούς".Ποτέ δεν μου άρεσαν οι απολογισμοί,πάντα με έκαναν να νιώθω ότι πρέπει να απολογηθώ για κάτι.Κι εγώ δεν νιώθω την ανάγκη να απολογηθώ για τίποτα.Ούτε και να υποσχεθώ και τίποτα.Ούτε στον εαυτό μου,ούτε στους άλλους,ούτε στη νέα χρονιά.Το μόνο που ξέρω,και που θέλω να συνεχίσω να ξέρω είναι οτι είμαι άνθρωπος.Και σαν άνθρωπος και αυτή την χρονιά όπως και την προηγούμενη,ξέρω ότι θα κάνω λάθη,αλλά θα κάνω και σωστά,ότι θα πέσω αλλά και θα σηκωθώ,ότι εκεί που θα κλαίω εκεί θα γελάσω,ότι θα ερωτευτώ αλλά και ότι θα πονέσω,ότι θα χάσω αλλά και ότι θα κερδίσω,ότι θα ζητησω συγγνώμη και ότι όταν μου ζητήσουν θα πω"έλα μωρέ δεν πειράζει",ότι κάποιους θα στεναχωρήσω και ότι κάποιοι θα με στεναχωρήσουνε,ότι θα συνεχίσω να ζω την κρίση και ότι θα πάθω πολλές κρίσεις,ότι εκεί που θα πιστέυω ότι δεν υπάρχει αύριο,εκεί θα αρχίσω να γελάω σαν να μην υπάρχει αύριο.Για ένα και μόνο νιώθω την ανάγκη να απολογηθώ και ένα μόνο θα υποσχεθώ για το 2012,για το ότι θα είμαι άνθρωπος.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

La belle indifference-Η μακάρια αδιαφορία


Noun

la belle indifference (uncountable)
(psychology, dated) A condition in which the person is unconcerned with symptoms caused by a conversion disorder. A naive, inappropriate lack of emotion or concern for the perceptions by others of one's disability, usually seen in persons with conversion disorder   www.wiktionary.org


Δεν ξέρεις πώς και πότε δεν σε νοιάζει τίποτα.Πώς όλα ξαφνικά ή από πάντα μοιάζουν ανούσια,άσκοπα,προγραμματισμένα."Το να μην σε νοιάζει τίποτα".Απλά ξυπνάς ένα πρωί και είναι παραμονή χριστουγέννων,και δεν σου βγαίνει να νιώσεις χριστούγεννα,να ευχηθείς,να ακούσεις κάλαντα.Σου βγαίνει να πεις ένα "ε και?",και να συνεχίσεις την μέρα σου τόσο μακάρια και αδιάφορα όσο συνέχισες την χθεσινή και όσο θα συνεχίσεις την αυριανή.
Την χθεσινή,την αυριανή,που ήταν και θα είναι γεμάτη από στιγμές,ανθρώπους.καταστάσεις.Κι εσυ όλα αυτά τα προσπερνάς,σαν να συμβαίνουν επειδή πρέπει να συμβαίνουν,σαν να και να μην υπήρχαν δεν θα είχε καμία διαφορά.
Ο κόσμος γύρω κινείται σε γρήγορους ρυθμους,πονάει,κλαίει,γελάει,στεναχωριέται,χαίρεται,χωρίζει,ερωτεύεται,κι εσύ απλά...επιβιώνεις.Με γνώμονα και ασπίδα ένα "ε και?",που ίσως ποτέ να μην είπες,αλλά μόνο αυτό να νιώθεις.
Δεν υπάρχει χαρά αλλά ούτε και πόνος,τίποτα ικανό να σε συγκινήσει,να γεμίσει το κενό που νιώθεις μέσα σου.Αλλά δεν σε νοιάζει που δεν γεμίζει κιόλας.
Κάπου εδώ θυμήθηκα τον Φιν,που όλο παράπονο,απορία ίσως και απόγνωση ρώτησε την Εστέλα "Πώς είναι να μην νιώθεις τίποτα?"..."Μακάρια αδιαφορία",θα απαντούσα αν ρώταγε εμένα.