Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Δύο εποχές

  Ο χρόνος χωρίζεται σε εποχές.Σε δύο εποχές,όχι σε τέσσερις.Αλλά επικράτησε να λέμε πως χωρίζεται σε τέσσερις εποχές,γιατί κανείς δεν θα διάλεγε να φάει πίτσα "δύο εποχές",ούτε θα θυμότανε κανείς τον Βιβάλντι σήμερα αν είχε συνθέσει τις "δύο εποχές".Ο άνθρωπος θέλει να έχει επιλογές,ποσότητα,και το ¨δύο",όσο κι αν θεωρείται πληθυντικός,δεν αρέσει σε κανέναν και δεν κάνει κανέναν να αισθάνεται ούτε παντοδύναμος,ούτε προσφέρεται να καλύψει το αίσθημα του κενού,αντίθετα τον περιορίζει ότι έχει μόνο δύο επιλογές.Άλλωστε,το νούμερο "δύο",συνήθως αφορά σε δύο πράγματα αντίθετα.Π.χ το άσπρο και το μαύρο,το μακρύ και το κοντό,ο άντρας και η γυναίκα,το αλάτι και το πιπέρι,το καλό και το κακό.Αντίθετες έννοιες,όσο και συμπληρωματικές,έννοιες που αν δεν υπήρχε η μία δεν θα υπήρχε και η άλλη.Δύο
  Δύο εποχές.Η εποχή που είσαι Μίδας και ό,τι αγγίζεις γίνεται χρυσάφι και η εποχή που ό,τι αγγίζεις γίνεται σκατά.Η εποχή που είσαι το κέντρο του κόσμου,το επίκεντρο του σεισμού,που παίρνεις αποφάσεις,που έχεις επιλογές,που διαλέγεις εσύ προς τα που θα είναι στραμένες οι περσίδες του ερκοντίσιον,που κρατάς εσύ το τηλεκοντρόλ.Που είσαι εσυ που θα πεις "έλα"ή "φύγε","θέλω"ή "δεν θέλω","ναι"ή "όχι","μπορώ"ή "δεν μπορώ".Μεγαλεία.Και όλοι γύρω σου,ή έστω αυτοί που θες ,σε υπολογίζουν αν όχι πριν τον εαυτό τους,τουλάχιστον όσο τον εαυτό τους.Και εσύ νομίζεις πως αυτό θα κρατήσει για πάντα.
 Νομιζεις.Γιατί ξυπνάς ένα πρωί,ή μεσημέρι αν ξενύχτησες,και βλέπεις πως δεν μπορείς πια να ελέγχεις τα πάντα.Ίσως και να μην μπορούσες ποτέ,αλλά εσύ έτσι νόμιζες.Από κέντρο γίνεσαι απόκεντρο,από επίκεντρο του σεισμού γίνεσαι ρήγμα,και νιώθεις μια κάποια τύχη αν σου έχει μείνει έστω το ερκοντίσιον.Το τηλεκοντρόλ όσο και να το ψάχνεις δεν το βρίσκεις,ίσως κάποιος το πήρε μαζί του.Φεύγοντας.Ή του το άφησες εσυ.Φεύγοντας.Όποιος θέλει έρχεται,όποιος θέλει φεύγει,κι εσύ εκεί λίγο παρατηρητής,λίγο εισπράκτορας που κόβει εισητήρια στους αλλους που μπαινοβγαίνουν είτε το θέλεις είτε όχι,γιατί δεν ρώτησαν αν θέλεις για να έχεις την επιλογή να απαντήσεις "ναι"ή "όχι".Και δεν σε ρωτάνε πια αν μπορείς ή δεν μπορείς.Και όλοι γύρω σου,έστω αυτοί που θες,βαρέθηκαν ή κουράστηκαν να σε υπολογίζουν.Και εσυ νομίζεις πως αυτό θα κρατήσει για πάντα.
 Και κάπου εκεί θυμάσαι όλα εκείνα τα "για πάντα"που άκουσες και σου είπαν.Και βλέπεις ότι κανένα ¨για πάντα"δεν κράτησε.Ούτε καλό,ούτε κακό.Και σχέσεις άλλαξες,και φίλους,και δουλειές,και νούμερο στα ρούχα,και σπίτια,και κούρεμα,και μάρκα στα τσιγάρα.Άλλαξες.Όπως αλλάζουν οι περσίδες στο ερκοντίσιον και τα κανάλια στο τηλεκοντρόλ.Όπως αλλάζουν οι επιλογές.Σου.Κι όπως αλλάζουν οι εποχές που διαδέχονται η μία την άλλη.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ον δε ντισκαβερι τσανελ

Και ξυπνάς ένα πρωί και δεν έχεις δουλειά,Δουλειά κανονική με την έννοια του "πληρώνομαι για να προσφέρω".Μένεις ξαφνικά με την άλλη σημασία της σουλειάς,αυτή του "κάτι έχω να κάνω".Να πληρώσεις λογαριασμούς με λεφτά που είχες στην άκρη,να μαγειρέψεις κάτι,αν ξέρεις βέβαια να μαγειρεύεις,να κατεβάσεις κανένα τόρεντ άλλο βέβαια που δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,να ασχοληθείς με την διακόσμηση του σπιτιού και να κοιτάς ένα βαζάκι για μισή ώρα γιατί δεν σου ταιριάζει εκεί που το έβαλες,να το ξαναλλάζεις θέση,να το ξανακοιτάς μισή ώρα και στο τέλος να το σπας και να το πετάς,να ψάχνεις δουλεία,να στέλνεις βιογραφικά και να προσπαθείς να χωρέσεις σε δυο σελίδες ποιος είσαι,πόσα χρόνια έφαγες στα θρανία και στις δουλείες,τι έκανες σε αυτές τις δουλειές,τι ενδιαφέροντα έχεις,και να σκέφτεσαι πώς μπορείς να χωρέσεις σε αυτό το δισέλιδο ότι δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,αλλά έχεις θέληση.Γενικά οτι έχεις θέληση.Να διαβάζεις κανένα βιβλίο,ξέρεις από αυτά που έχουν μέσα άμμο από το καλοκαίρι,να τηλεφωνείς σε φίλους που δεν μπορούν να σου μιλήσουν γιατί αυτοί έχουν δουλειά,να βλέπεις Μενεγάκη και "Κωσταντίνου και Ελένης",να βαριέσαι να βλέπεις Μενεγάκη και Κωνσταντίνου και Ελένης,να βλέπεις ντισκάβερι τσάνελ και ντοκιμαντέρ και να θες να τα παρατήσεις όλα και να πας να γίνεις ένας σύγχρονος κροκοδειλάκιας.
 Έχει πάει μεσημέρι και δεν θες να γίνεις κροκοδειλάκιας,κι αρχίζεις να σκέφτεσαι πώς μπορείς να σώσεις τον κόσμο.Να γίνεις "Μητέρα Τερέζα",να γίνεις κυανόκρανος,να ανακαλύψεις ένα νέο φάρμακο,να πας στους "γιατρούς χωρίς σύνορα",να γίνεις ιδρυτής  μιας νέας θρησκέιας και να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο για να την διαδώσεις,να βρείς μια νέα παγκόσμια πατέντα ανώτερη του "μπαμίξ" και του "ίζι τσόπερ",να φέρεις ειρήνη σε όλο τον κόσμο και να πάρεις νόμπελ.Κάπου εκεί συνειδητοποιείς πως αν δεν σώσεις τον εαυτό σου δεν μπορείς να σώσεις τον κόσμο,και αρχίζεις μια εσωτερική αναζήτηση."ποιος είμαι?πού πάω?πώς έγινα αυτό που είμαι?τι να ψηφίσω?πού έχω την αφροδίτη μου,έχω βενζίνη?τι να κάνει εκείνος ο γκόμενος που είχα γνωρίσει στην Μύκονο το 1999?"και άλλα τέτοια.Σε κάποια ερωτήματα έχεις απαντήσεις σε κάποια άλλα όχι.Και κάπου εκεί,μέσα σε αυτή την εσωτερική αναζήτηση,σκάει το μεγάλο ερώτημα,αυτό το "Γιατί?"."Γιατί σε εμένα?Γιατί να μείνω εγώ χωρίς δουλειά?",Αυτό το αιώνιο "γιατί"που κολλαέι πάντα και παντού,πολύ πιο δύσκολο να απαντηθεί από το "πόσα απίδια βάνει ο σάκος".Φίλοι και γνωστοί,ίσως και κάποια φωνούλα μέσα σου,σου λένε πως"τα πράγματα είναι δύσκολα για όλους,πώς άλλοι είναι σε πολύ χειρότερη θέση από εσένα,πώς κανείς δεν χάνεται"και άλλα τέτοια.Και όσο και να τα πιστευέις κάπως όλα αυτά,δεν μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς καλύτερα.Θυμάσαι τότε που το μόνο ποσοστό στο οποίο ανήκες ήταν εκείνο του "νεανικού κοινού,και όχι της ανεργίας,θυμάσαι τις στιγμές εκείνες που όσο και αν σιχτίριζες που ξύπναγες από το άγριο χάραμα για να είσαι στην ώρα σου στην δουλειά,που όσο και αν σου έσπαγε τα νεύρα ο διευθυντής και ο συνάδελφος,εκεί που ήσουνα πέρασες καλά,άφησες κομματιά του εαυτού και πήρες κομμάτια των εαυτών των άλλων.Ένιωθες χρήσιμος πρώτα από ολα στον εαυτό σου και μετά στους άλλους.Είχες κάτι να κάνεις και να σε κάνουν.Παλιά.Και κάπου εκεί στεναχωριέσαι λίγο παραπάνω από οτι πριν,και σε πιάνει ένα παράπονο κι ένα "γαμώτο".Αλλά μετά από το παράπονο,μετά κι από το γαμώτο,σε πιάνει αυτό το πείσμα κι αυτή η αισοδοξία που δεν καταλαβαίνεις πώς και από πού και κυρίως γιατί ήρθε και τα βλέπεις λίγο αλλιώς,λίγο πιο εφικτά και εύκολα.
 Προσπαθείς να κολλήσεις τα κομμάτια του βαζακίου,που θα μπορούσες να είσαι εσύ,και να το βάλεις στην θέση του,και πιστεύεις πως θα μπεις και εσύ στην θέση σου,κάποια στιγμή.Και χτυπάει το τηλέφωνο για έναν καφέ,ένα σινεμά,για ένα ποτό που γίνονται πολλά ποτά μέχρι το πρωί.Και σου κατεβάζουν οι φίλοι όσα τόρεντ θες,και ψάχνετε μαζί για δουλειά.Και κάποια στιγμή,σήμερα,αύριο,μεθαύριο, βρίσκεις δουλειά.Και σταματάς να σκέφτεσαι εκείνο τον γκόμενο του 1999,και περιμένεις εκείνον του 2012.2012????ΤΖΊΣΑΣ!Τώρα που φτιάξαν όλα έχεις να ανησυχείς και για το αν θα βγουν αληθινοί οι Μάγιας....



ον δε ντισκάβερι τσανελ

Και ξυπνάς ένα πρωί και δεν έχεις δουλειά.Δουλειά κανονική με την έννοια του "πληρώνομαι για να προσφέρω".Μένεις ξαφνικά με την άλλη σημασία της σουλειάς,αυτή του "κάτι έχω να κάνω".Να πληρώσεις λογαριασμούς με λεφτά που είχες στην άκρη,να μαγειρέψεις κάτι,αν ξέρεις βέβαια να μαγειρεύεις,να κατεβάσεις κανένα τόρεντ άλλο βέβαια που δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,να ασχοληθείς με την διακόσμηση του σπιτιού και να κοιτάς ένα βαζάκι για μισή ώρα γιατί δεν σου ταιριάζει εκεί που το έβαλες,να το ξαναλλάζεις θέση,να το ξανακοιτάς μισή ώρα και στο τέλος να το σπας και να το πετάς,να ψάχνεις δουλεία,να στέλνεις βιογραφικά και να προσπαθείς να χωρέσεις σε δυο σελίδες ποιος είσαι,πόσα χρόνια έφαγες στα θρανία και στις δουλείες,τι έκανες σε αυτές τις δουλειές,τι ενδιαφέροντα έχεις,και να σκέφτεσαι πώς μπορείς να χωρέσεις σε αυτό το δισέλιδο ότι δεν ξέρεις να κατεβάζεις τόρεντ,αλλά έχεις θέληση.Γενικά οτι έχεις θέληση.Να διαβάζεις κανένα βιβλίο,ξέρεις από αυτά που έχουν μέσα άμμο από το καλοκαίρι,να τηλεφωνείς σε φίλους που δεν μπορούν να σου μιλήσουν γιατί αυτοί έχουν δουλειά,να βλέπεις Μενεγάκη και "Κωσταντίνου και Ελένης",να βαριέσαι να βλέπεις Μενεγάκη και Κωνσταντίνου και Ελένης,να βλέπεις ντισκάβερι τσάνελ και ντοκιμαντέρ και να θες να τα παρατήσεις όλα και να πας να γίνεις ένας σύγχρονος κροκοδειλάκιας.
 Έχει πάει μεσημέρι και δεν θες να γίνεις κροκοδειλάκιας,κι αρχίζεις να σκέφτεσαι πώς μπορείς να σώσεις τον κόσμο.Να γίνεις "Μητέρα Τερέζα",να γίνεις κυανόκρανος,να ανακαλύψεις ένα νέο φάρμακο,να πας στους "γιατρούς χωρίς σύνορα",να γίνεις ιδρυτής  μιας νέας θρησκέιας και να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο για να την διαδώσεις,να βρείς μια νέα παγκόσμια πατέντα ανώτερη του "μπαμίξ" και του "ίζι τσόπερ",να φέρεις ειρήνη σε όλο τον κόσμο και να πάρεις νόμπελ.Κάπου εκεί συνειδητοποιείς πως αν δεν σώσεις τον εαυτό σου δεν μπορείς να σώσεις τον κόσμο,και αρχίζεις μια εσωτερική αναζήτηση."ποιος είμαι?πού πάω?πώς έγινα αυτό που είμαι?τι να ψηφίσω?πού έχω την αφροδίτη μου,έχω βενζίνη?τι να κάνει εκείνος ο γκόμενος που είχα γνωρίσει στην Μύκονο το 1999?"και άλλα τέτοια.Σε κάποια ερωτήματα έχεις απαντήσεις σε κάποια άλλα όχι.Και κάπου εκεί,μέσα σε αυτή την εσωτερική αναζήτηση,σκάει το μεγάλο ερώτημα,αυτό το "Γιατί?"."Γιατί σε εμένα?Γιατί να μείνω εγώ χωρίς δουλειά?",Αυτό το αιώνιο "γιατί"που κολλαέι πάντα και παντού,πολύ πιο δύσκολο να απαντηθεί από το "πόσα απίδια βάνει ο σάκος".Φίλοι και γνωστοί,ίσως και κάποια φωνούλα μέσα σου,σου λένε πως"τα πράγματα είναι δύσκολα για όλους,πώς άλλοι είναι σε πολύ χειρότερη θέση από εσένα,πώς κανείς δεν χάνεται"και άλλα τέτοια.Και όσο και να τα πιστευέις κάπως όλα αυτά,δεν μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς καλύτερα.Θυμάσαι τότε που το μόνο ποσοστό στο οποίο ανήκες ήταν εκείνο του "νεανικού κοινού,και όχι της ανεργίας,θυμάσαι τις στιγμές εκείνες που όσο και αν σιχτίριζες που ξύπναγες από το άγριο χάραμα για να είσαι στην ώρα σου στην δουλειά,που όσο και αν σου έσπαγε τα νεύρα ο διευθυντής και ο συνάδελφος,εκεί που ήσουνα πέρασες καλά,άφησες κομματιά του εαυτού και πήρες κομμάτια των εαυτών των άλλων.Ένιωθες χρήσιμος πρώτα από ολα στον εαυτό σου και μετά στους άλλους.Είχες κάτι να κάνεις και να σε κάνουν.Παλιά.Και κάπου εκεί στεναχωριέσαι λίγο παραπάνω από οτι πριν,και σε πιάνει ένα παράπονο κι ένα "γαμώτο".Αλλά μετά από το παράπονο,μετά κι από το γαμώτο,σε πιάνει αυτό το πείσμα κι αυτή η αισοδοξία που δεν καταλαβαίνεις πώς και από πού και κυρίως γιατί ήρθε και τα βλέπεις λίγο αλλιώς,λίγο πιο εφικτά και εύκολα.
 Προσπαθείς να κολλήσεις τα κομμάτια του βαζακίου,που θα μπορούσες να είσαι εσύ,και να το βάλεις στην θέση του,και πιστεύεις πως θα μπεις και εσύ στην θέση σου,κάποια στιγμή.Και χτυπάει το τηλέφωνο για έναν καφέ,ένα σινεμά,για ένα ποτό που γίνονται πολλά ποτά μέχρι το πρωί.Και σου κατεβάζουν οι φίλοι όσα τόρεντ θες,και ψάχνετε μαζί για δουλειά.Και κάποια στιγμή,σήμερα,αύριο,μεθαύριο, βρίσκεις δουλειά.Και σταματάς να σκέφτεσαι εκείνο τον γκόμενο του 1999,και περιμένεις εκείνον του 2012.2012????ΤΖΊΣΑΣ!Τώρα που φτιάξαν όλα έχεις να ανησυχείς και για το αν θα βγουν αληθινοί οι Μάγιας....