Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Περίμενα σε εναν δρόμο,σε μια διασταύρωση.Τους φίλους μου να έρθουν.Με πήρανε τηλέφωνο να μου πουν ότι θα αργήσουν.Βαριόμουνα να περιμένω και άρχισα να περπατάω.Λίγο πιο κάτω σε συνάντησα τυχαία και μου είπες να πάμε για καφέ.Όσο και αν παραξενεύτηκα που σε είδα μετά από τόσο καιρό,όσο κι αν παραξενεύτηκα που μιλήσαμε σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα,κοίταξα το ρολόι μου,είδα ότι έχω χρόνο και συμφώνησα να πάμε για καφέ.Πήγαμε και κάτσαμε σε μια πλατεία σε ένα μεγάλο τραπέζι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο."Μεγάλο δεν είναι αυτό το τραπέζι για τους δυό μας?",σε ρώτησα."Δεν είναι μεγάλο,θα έρθουν και άλλοι",μου είπες.Και ήρθαν.Και κάτσαμε όλοι μαζί,και μιλάγαμε,και γελάγαμε τόσο δυνατά,που αν υπάρχε θεός μας άκουγε και γέλαγε κι αυτός μαζί μας.Για άλλους λόγους.Τα γέλια μας χαλούσαν γειτονιές,κι εκείνος με τα γέλια του χαλούσε τα σχέδια μας.Εκείνα τα σχέδια που χρόνια πριν μας έκαναν να μην μιλάμε,να μην πίνουμε καφέδες παρέα,να μην γελάμε.Ή ίσως γελούσε γιατί εκείνος ήξερε...
Είμασταν όλοι μαζί.Εγώ σας ήξερα όλους.Εσείς δεν γνωριζόσασταν μεταξύ σας,Αλλά ήταν ωραία.Σαν να έπρεπε να σας συνατήσω και σαν να έπρεπε να συναντηθείτε κι εσεις μεταξύ σας.Κι η ώρα πέρασε,ο ήλιος έσβησε και εμείς σαν να περιμέναμε ότι η δύση του ήλιου σήμαινε την λήξη της συνάντησης αυτής,αρχίσαμε να φεύγουμε ένας ένας,χωρίς "αντίο",χωρίς"θα μιλήσουμε",χωρίς "τα λέμε".Μόνο με ένα χαμόγελο στα μάτια.Και μείναμε εγώ κι εσύ."Πάμε σπίτι μου",μου είπες,κι εγώ σε ακολούθησα χωρίς καμιά δεύτερη σκέψη σαν να ήταν το δεύτερο πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου.Το πρώτο πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου,έμοιαζε να ήταν εκείνος ο καφές με εσένα και με όλους εκείνους που δεν μιλάμε πια,ούτε γελάμε.
 Και πήγαμε σπίτι σου.Έξω,ο κόσμος πηγαινοερχότανε βιαστικά,σαν να είχε να παέι σε γιορτή.Κόσμος πολύς,γελούσε,μιλούσε,τραγουδαγε.απο τον δρόμο ακουγόταν μουσική.μεσα ειχε ησυχία.πηγες στο δωμάτιο σου να αλλαξεις και εγω έμεινα στο σαλόνι.ο κόσμος έξω συνέχιζε να διασκεδάζει και εχω άρχισα να κλαίω.με εκείνο το κλάμα που σε πνίγει,με εκείνο το κλάμα που σε λυτρωνει.ανοιξες την πόρτα και μπήκες στο σαλόνι με βήματα,αργά,σταθερά,απορημενα.με κοιταζες που εκλαιγα.δεν μιλησες.ποτε δεν μιλαγες,γιατι να το κανεις τωρα."απο όλους αυτούς που ήρθαν και έφυγαν γιατι εμεινες  εσυ;", σε ρώτησα.δεν απαντησες.παλι.σηκωθηκα να φύγω. "Μείνε",μου είπες. "Φεύγω",σου είπα,"έξω έχουνε γιορτή".
Ξυπνησα.ειχα αργησει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου